Η χρήση γης στα χέρια των «πράσινων» ομίλων

Του Αντώνη ΡΑΛΛΑΤΟΥ*
Η κυβέρνηση της ΝΔ «υποδέχεται» την Παγκόσμια Μέρα Περιβάλλοντος, ως «επισπεύδουσα» του χωροταξικού σχεδιασμού και των χρήσεων γης, με τρεις νομοθετικές «πρωτοβουλίες». Τον πρόσφατα ψηφισμένο νόμο Ν. 5299/2026, γνωστό ως «νόμο της επιτάχυνσης των επενδύσεων», το χωροταξικό για τον τουρισμό που βρίσκεται για υπογραφές και το χωροταξικό για τις ΑΠΕ που είναι στη διαβούλευση. Το επόμενο διάστημα θα φέρει και το χωροταξικό για τη Βιομηχανία.

Γιατί άραγε τέτοια βιασύνη;

Η κυβέρνηση ισχυρίζεται (ΥΠΕΝ) ότι έπρεπε να καλυφθεί ένα κενό και για πρώτη φορά η Ελλάδα αποκτά «ολιστικό χωροταξικό σχέδιο», με την ταυτόχρονη θεσμοθέτηση του νόμου και των Χωροταξικών Πλαισίων.

Το ταξικό πρόσημο της κυβερνητικής πολιτικής

Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση επιδιώκει να διευκολύνει τις επενδυτικές επιδιώξεις των επιχειρηματικών ομίλων στην Ενέργεια για εξασφάλιση όσο το δυνατόν περισσότερων, και των καλύτερων από άποψη αιολικού δυναμικού εκτάσεων, ακόμη και σε εθνικούς δρυμούς, γη υψηλής παραγωγικότητας, προστατευόμενες περιοχές.

Το πλαίσιο που διαμορφώνεται έρχεται να καλύψει τις νέες επενδύσεις της «πράσινης μετάβασης», με την ανάπτυξη των δικτύων, χωροθέτησης χώρων αποθήκευσης και της άμεσης κατανάλωσης της ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ. Επίσης, τις ανάγκες νέων επενδύσεων των τουριστικών ομίλων και της άμβλυνσης των αντιθέσεων και του ανταγωνισμού μεταξύ μερίδων του κεφαλαίου στην Ενέργεια, στον τουρισμό, στη βιομηχανία, αλλά και τις αντιθέσεις που αναπτύσσονται «εσωτερικά» στον καθέναν από τους τομείς αυτούς.

Οι ανάγκες αυτές επιβάλλουν αλλαγές στη χρήση γης σε στεριά, θάλασσα και στις προστατευόμενες περιοχές σε όλη την Ελλάδα.

Οι εξελίξεις αυτές είναι άμεσα συνδεδεμένες με τη στροφή της ευρωενωσιακής και της ελληνικής πολιτικής προς την πολεμική οικονομία, με την ανακατανομή των κεφαλαίων που απαιτεί η προσαρμογή αυτή. Συνδέονται με την Ελλάδα ως κόμβο μεταφοράς Ενέργειας, επικοινωνιών κ.λπ.

Γι’ αυτό δημιουργούνται ζώνες σχεδόν σε όλες τις περιοχές που οι μονοπωλιακοί όμιλοι εκδηλώνουν το επενδυτικό τους ενδιαφέρον.

Επιτάχυνση για ποιον;

Ο Νόμος 5299/2026 επιδιώκει να επιταχύνει την ενεργειακή μετάβαση, τις επενδύσεις σε ΑΠΕ και τις διαδικασίες αδειοδότησης. Στο πλαίσιο αυτό, προωθείται η ανάπτυξη έργων ΑΠΕ, η αύξηση του μεριδίου τους στην κατανάλωση Ενέργειας και η παράδοση ακόμη και προστατευόμενων περιοχών, εθνικών δρυμών και γης υψηλής παραγωγικότητας σε επιχειρηματικά συμφέροντα.

Γι’ αυτό εισάγονται και «περιοχές επιτάχυνσης», όπου οι επενδύσεις ΑΠΕ εγκρίνονται με fast track διαδικασίες, ενώ δίνεται η δυνατότητα πολεοδόμησης έως και του 20% των Ζωνών Βιώσιμης Διαχείρισης των περιοχών Natura. Η ρύθμιση αυτή διευρύνει τις δυνατότητες των τουριστικών κατασκευαστικών ενεργειακών και άλλων ομίλων για νέες επενδύσεις σε προστατευόμενες περιοχές, εντείνει την εκμετάλλευση της γης και οδηγεί σε υποβάθμιση προστατευόμενων περιοχών υπό τον μανδύα του πολεοδομικού σχεδιασμού. Ταυτόχρονα, επιτρέπονται εγκαταστάσεις ΑΠΕ και αποθήκευσης Ενέργειας που θα «κρίνονται απαραίτητες για λόγους προστασίας ή αποκατάστασης του φυσικού περιβάλλοντος».

Τέλος, προβλέπονται έργα και επεμβάσεις «εκτάκτου ανάγκης» σε όλες τις ζώνες, ρύθμιση που συνδέεται με τη γενικότερη ενίσχυση των υποδομών και των μηχανισμών πολιτικής προστασίας στο πλαίσιο των ευρύτερων κρατικών και ευρωενωσιακών σχεδιασμών, πολεμικής προετοιμασίας, όπως αυτά αποτυπώνονται στη ΝΑΤΟική και ευρωενωσιακή στρατηγική της ανθεκτικότητας των υποδομών και μέσων.

Ανάλογη προσαρμογή αποτελεί και το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό.

Παρά την επίκληση της κυβέρνησης ότι προωθεί την προστασία των φυσικών και πολιτιστικών πόρων, στην πραγματικότητα θέτει όρους που ευνοούν τη συγκεντροποίηση της γης σε μεγάλους ξενοδοχειακούς και κτηματομεσιτικούς ομίλους όπως η αύξηση της αρτιότητας από 4 σε 8-16 στρέμματα, η οποία ενισχύει τη συγκέντρωση της γης και περιορίζει τη μικροϊδιοκτησία.

Προβλέπει τη συνέχιση των επενδύσεων σε μεγάλα ξενοδοχεία χωρίς ουσιαστικούς περιορισμούς ακόμη και σε περιοχές «ελεγχόμενης ανάπτυξης» και σε μικρά νησιά, παρά τα όρια στις κλίνες σε ορισμένα από αυτά, και εξακολουθεί να επιτρέπει μεγάλες επενδύσεις ακόμη και σε προστατευόμενες περιοχές, μέσω ειδικών σχεδίων.

Καταργεί στην πράξη την αδειοδότηση επενδύσεων. Επιπλέον, επιτρέπει υπό προϋποθέσεις δραστηριότητες όπως βιομηχανία, εξορύξεις, ΑΠΕ και υδατοκαλλιέργειες στις περιοχές τουρισμού – αναψυχής, ενώ γενικά ευνοεί οργανωμένες επενδύσεις μεγάλης κλίμακας.

Το σχέδιο προβλέπει περιορισμούς στις βραχυχρόνιες μισθώσεις, ενώ η ρύθμιση με την οποία απαγορεύεται στο μέλλον η δόμηση στην παράκτια ζώνη και σε απόσταση έως 25 μέτρα από την ακτογραμμή, δεν προβλέπει, άρα νομιμοποιεί την ήδη υπάρχουσα δόμηση.

Ακόμη η κυβέρνηση παρουσιάζει το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ ως μια προσπάθεια προστασίας του περιβάλλοντος, του τοπίου και των τοπικών κοινωνιών. Ωστόσο, αντανακλά τις αντιφάσεις που δημιούργησε η καπιταλιστική αγορά Ενέργειας και η εμπορευματοποίησή της.

Τα προηγούμενα χρόνια προωθήθηκε από όλες τις αστικές κυβερνήσεις η μαζική εγκατάσταση αιολικών και φωτοβολταϊκών πάρκων, με αποτέλεσμα την αύξηση των επενδύσεων και της κερδοφορίας των ενεργειακών ομίλων, ενώ παράλληλα αυξήθηκαν το κόστος της Ενέργειας και η ενεργειακή φτώχεια.

Συνεχίζεται η αδειοδότηση χωρίς περιορισμούς για την υπερπαραγωγή «πράσινης» Ενέργειας, που οδηγεί σε συχνές πλέον περικοπές παραγωγής και περιορισμούς στη λειτουργία σταθμών ΑΠΕ (π.χ. το 2025 οι περικοπές της «πράσινης» ηλεκτροπαραγωγής σημείωσαν ιστορικό ρεκόρ, αγγίζοντας το 7% της συνολικής παραγωγής ΑΠΕ).

Ετσι, το κράτος, ως αποτέλεσμα της πολιτικής της «πράσινης μετάβασης» της ΕΕ, «αναγκάζεται» να αναδιατάξει τη χωροθέτηση των έργων ΑΠΕ, επιβάλλοντας περιορισμούς κυρίως στους μικρούς παραγωγούς στα φωτοβολταϊκά προς όφελος των ομίλων των ανεμογεννητριών, προωθώντας και τα θαλάσσια αιολικά πάρκα. Από το νέο καθεστώς εξαιρούνται έργα που βρίσκονται ήδη σε λειτουργία ή σε προχωρημένο στάδιο αδειοδότησης, καθώς και μεγάλα υδροηλεκτρικά, αντλησιοταμιευτικά έργα και φωτοβολταϊκά σε στέγες.

Παρότι το χωροταξικό των ΑΠΕ εμφανίζεται να περιορίζει τη χωροθέτησή τους στις λεγόμενες Περιοχές Καταλληλότητας, προβλέπει εξαιρέσεις και παρεκκλίσεις που επιτρέπουν στην ουσία την εγκατάσταση αιολικών σταθμών σε περιοχές αποκλεισμού, εφόσον αυτό «τεκμηριώνεται στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής εκτίμησης». Με βάση τις ίδιες προβλέψεις, επιτρέπεται επίσης η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων σε δάση, δασικές και αναδασωτέες εκτάσεις. Τέλος, ακόμη και όταν προβλέπονται τοπικοί περιορισμοί στη χωροθέτηση εγκαταστάσεων ΑΠΕ, λόγω ασυμβατότητας με τον χαρακτήρα συγκεκριμένων περιοχών, η ΚΥΑ ορίζει ότι δεν πρέπει να αποκλείεται συνολικά η χωροθέτηση έργων ΑΠΕ στην έκταση κάθε δήμου.

Η στήριξη των άλλων κομμάτων του συστήματος

Η στάση του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ καθορίζεται από τη συμφωνία τους με τη στρατηγική της «πράσινης μετάβασης», το ευρωενωσιακό «New Deal». Ετσι η κριτική τους απέναντι στην κυβερνητική πολιτική γίνεται από τη σκοπιά ότι αυτή δεν υλοποιεί τις δεσμεύσεις της ΕΕ και ότι ευνοεί τους «ημετέρους».

Το ΠΑΣΟΚ κατηγορεί την κυβέρνηση ότι τάχα το χωροταξικό του τουρισμού «δεν έχει εθνική στρατηγική για τον τουρισμό» και ότι φέρνει «οριζόντιους περιορισμούς και αβεβαιότητα» αντί για πραγματική στρατηγική ανάπτυξης, υιοθετώντας ουσιαστικά την ίδια κριτική προς την κυβέρνηση από τον ΣΕΒ, τους ομίλους ΑΠΕ, τους μεγαλοξενοδόχους και τους κατασκευαστές, γιατί θεωρούν ότι έτσι περιορίζονται οι επενδύσεις. Θεωρεί ότι το χωροταξικό «παγώνει ή περιορίζει την ανάπτυξη» επειδή αδυνατεί να ενισχύσει «την ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη, την ευημερία των τοπικών κοινωνιών, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τη γεωγραφική διασπορά του τουριστικού οφέλους».

Στην ίδια κατεύθυνση και η κριτική του ΣΥΡΙΖΑ, που θεωρεί ότι το χωροταξικό του τουρισμού «προωθεί την άναρχη τουριστική ανάπτυξη, αλλοιώνοντας το περιβάλλον και τον τοπικό χαρακτήρα» και ότι οι ρυθμίσεις δεν αντιμετωπίζουν επαρκώς τον υπερτουρισμό, δεν προστατεύουν τους φυσικούς πόρους και υποστηρίζει όπως και το ΠΑΣΟΚ ότι «δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών και την ποιότητα ζωής των κατοίκων».

Ολες ο δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας καλλιεργούν την ίδια αυταπάτη: Οτι μπορεί να υπάρξει ισόρροπη ανάπτυξη προς όφελος των λαϊκών αναγκών, στο πλαίσιο του συστήματος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και του ανταγωνισμού των ομίλων.

Το ΚΚΕ

Το Κόμμα μας εκφράζει την αντίθεσή του και στις τρεις νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης.

Οι νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης αποτελούν κρίκους της διαχρονικά ασκούμενης πολιτικής, που επιδιώκει την εξυπηρέτηση μονοπωλιακών ομίλων στην Ενέργεια, των χρήσεων γης, τη δόμηση, τον τουρισμό, με καταπάτηση και περιβαλλοντική καταστροφή ή υποβάθμιση του περιβάλλοντος, των δασών, των προστατευόμενων περιοχών και την ίδια στιγμή επιδιώκει συνέχιση εκκρεμοτήτων ομηρίας και νομιμοποίηση στην πράξη αυθαίρετων εκχερσώσεων, αλλαγής χρήσης και χαρακτήρα εκτάσεων και της χωροθέτησης όπως εκφράζεται με τα χωροταξικά, περιφερειακά και πολεοδομικά πλαίσια.

Το χωροταξικό των ΑΠΕ αποτελεί προσαρμογή στις νέες ανάγκες της αγοράς Ενέργειας, σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα υπερπαραγωγής, ώστε να διασφαλιστεί έτσι η συνέχιση της κερδοφορίας τους, με την καλύτερη χωρική οργάνωση των πάρκων ΑΠΕ.

Το χωροταξικό του τουρισμού οργανώνει τον χώρο με τέτοιες ρυθμίσεις που οδηγούν στη συγκέντρωση της γης και την κατασκευή μεγάλων τουριστικών μονάδων, ενώ οι προβλέψεις για οργανωμένους υποδοχείς και τουριστικές επενδύσεις θα ενισχύσουν περαιτέρω την εκτός σχεδίου τουριστική δόμηση, αφού δεν υπάρχουν δεσμευτικά χωρικά όρια αλλά γενικές κατευθύνσεις, ενώ δεν εξασφαλίζεται η προστασία περιοχών Natura και ακτών. Η λεγόμενη «βιώσιμη ανάπτυξη» αποτελεί το εργαλείο διευκόλυνσης των συγκεκριμένων επενδύσεων.

Το σχέδιο αυτό δεν προβλέπει συγκεκριμένες δεσμεύσεις για ανάπτυξη – βελτίωση – συμπλήρωση των δικτύων ύδρευσης, αποχέτευσης και διαχείρισης απορριμμάτων, βιολογικών καθαρισμών, λιμανιών, παρά μόνο κατευθύνσεις για την εξασφάλιση των αναγκαίων υποδομών είτε από τους ιδιώτες στη λογική της ανταποδοτικότητας, είτε μέσω πανάκριβων για τον λαό υποδομών και έργων.

Σημειώνουμε ότι οι τρεις κυβερνητικές πρωτοβουλίες είναι άλλη μια προσπάθεια συμβιβασμού αντιθέσεων μεταξύ των επιχειρηματικών ομίλων στον τουρισμό και των ενεργειακών ομίλων.

Το ΚΚΕ εκφράζει σταθερά και μαχητικά τη συνολική αντίθεσή του στις επιλογές κυβέρνησης και ΕΕ και καλεί τους εργαζόμενους να εντείνουν την πάλη τους για την ανατροπή της αντιλαϊκής πολιτικής, της οποίας ο χωροταξικός σχεδιασμός είναι αναπόσπαστο μέρος.

Για το ΚΚΕ η γη και η χρήση της είναι κοινωνικό αγαθό. Στόχος και κριτήριο για την οργάνωση του κοινωνικού χώρου είναι η συνδυασμένη ικανοποίηση του συνόλου των λαϊκών αναγκών. Η συγκεκριμένη κοινωνική αξιοποίηση της γης και του χώρου γενικότερα (για την Ενέργεια, την αγροτική παραγωγή, τον τουρισμό, την εξασφάλιση ποιοτικής λαϊκής στέγης και των υποδομών κοινωνικών υπηρεσιών, τη βιομηχανική παραγωγή, την προστασία του περιβάλλοντος κ.λπ.) προϋποθέτει τον σοσιαλισμό, την κοινωνική ιδιοκτησία στη γη και τον κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας.

Για να ανοίξει αυτός ο ελπιδοφόρος δρόμος, οι δυνάμεις του ΚΚΕ μπαίνουν μπροστά στις αγωνιστικές πρωτοβουλίες που ξεδιπλώνονται για την κατάργηση του αντιλαϊκού πλαισίου όλων των κυβερνήσεων, για το περιβάλλον, τις χρήσεις γης, τα δάση, τα απόβλητα, τη ρύπανση. Διεκδικώντας να ληφθούν όλα τα μέτρα για την προστασία του λαού και του περιβάλλοντος, για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, ενάντια στην πολιτική της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Ενάντια στις κατευθύνσεις της «πράσινης μετάβασης» της ΕΕ, στην ακριβή «πράσινη» Ενέργεια και την ενεργειακή φτώχεια για τον λαό. Ενάντια στην εγκατάσταση πάρκων ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών.

 

* Ο Αντ. Ραλλάτος είναι μέλος της ΚΕΟΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνος του Τμήματος Περιβάλλοντος της ΚΕ (αναδημοσίευση από το ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ 6-7/6/2026)
Η χρήση γης στα χέρια των «πράσινων» ομίλων
Scroll to top